Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Πιοτρ Τσαϊκόφσκι,ο μεγάλος των ρομαντικών

Τελικά η ζωή είναι μια συνεχή αναζήτηση ,μάθηση ...κτλ.
Γιατί τα λέω όλα αυτά;
Σήμερα η δευτερότοκη κόρη θα παραδώσει μια εργασία για το μάθημα της μουσικής με θέμα τον Πιοτρ Τσαϊκόφσκι.
Φυσικά την βοήθησα.Το αποτέλεσμα όμως με κάνει περήφανη και  με μεγάλη μου  χαρά η κουκουβάγια μάνα σας την παρουσιάζω .
Να σημειώσω ότι χρειάστηκαν 5 μέρες εντατικής εργασίας ώστε να καταλήξουμε στις φωτογραφίες,τα μουσικά θέματα,την επιλογή και την επεξεργασία των πληροφοριών.









ΕΝΟΤΗΤΑ 1
Ο Πιοτρ  Ιλίτς   Τσαϊκόφσκι  γόνος του Ίλυα  και της δεύτερης συζύγου του Αλεξάνδρας  γεννήθηκε στις 7 Μαΐου   το 1840  στο Βότσκινσκ.
Η μητέρα του Αλεξάνδρα Αντρέγιεβνα ντ’Ασσιέ .κατά το ήμισυ γαλλικής καταγωγής ήταν μια γυναίκα σκληρή απέναντι στην οικογένεια της.
Ο πατέρας του Ίλυα  Πέτροβιτς Τσαϊκόφσκι ήταν διευθυντής εργοστασίων σε  διάφορες  ρωσικές πόλεις.
Έξι αδέλφια από την ίδια μητέρα και ο συνθέτης δεύτερος κατά σειρά .
Στην οικογένεια ενσωματωμένη ήταν και η ετεροθαλής αδελφή του από τον πρώτο γάμο του πατέρα του Ίλυα , η Ζιναΐδα .Τέσσερα αγόρια ,ο Νικολάι,ο Ιππόλυτος και οι δίδυμοι  Ανατόλι και  Μοντέστ ,η αδελφή του Αλεξάνδρα  χρειάστηκαν την φροντίδα μια κουβερνάντας γαλλικής καταγωγής, την Φαννύ  Ντουρμπάχ.
Η κουβερνάντα τους  προσέφερε  την αγάπη και την τρυφερότητα που έλειπε από την μητέρα τους Αλεξάνδρα.
Παρόλο που  η μητέρα του περιγράφεται ως ψυχρή και απόμακρη  με τον Πιότρ υπάρχει μια  ιδιαίτερη και αμφίδρομη σχέση .
Ο συνθέτης σε ηλικία  πέντε ετών ξεκίνησε με την βοήθεια τον γονιών  του μαθήματα  πιάνου , η επιτυχία του αναδεικνύετε στο γεγονός ότι  μπορούσε να διαβάζει μουσική   τόσο καλά όσο και ο δάσκαλος του , μόνο μέσα σε τρία χρόνια εκμάθησης . Οι γονείς του Πιότρ  θέλοντας να τον βοηθήσουν για να εξασκήσει το ταλέντο του ,  προσέλαβαν έναν καθηγητή μουσικής για να τον διδάξει του αγόρασαν  ένα πιάνο για να εξελίχθη  στα μαθήματα και στις σπουδές του στο πιάνο .
Μετά από μερικά χρόνια  η ενθάρρυνση των γονιών του έπαψε πλέον να είναι τόσο μεγάλη.
Το 1850 οι οικογένεια του αποφάσισε να τον σπουδάσει στην σχολή  Αυτοκρατορική Νομική Σχολή η οποία αυτή σχολή βρισκόταν  στην Αγία Πετρούπολη .
 Η σχολή αυτή λειτουργούσε ως ίδρυμα και ήταν για τους λιγότερο αριστοκράτες και μεγαλοαστούς.
Τελειώνοντας τη σχολή ο Πιότρ θα είχε μια καριέρα ως δημόσιος υπάλληλος , η σχολή δέχονταν ως δώδεκα ετών να είναι τα παιδία όπου θα διδαχτούν.
Ο Πιοτρ  εφόσον είχε γραφτεί στη σχολή όπου φοιτούσε θα έπρεπε να μείνει  εσώκλειστος για δύο χρόνια ,στο προκαταρκτικό σχολείο της Αυτοκρατορικής Νομικής Σχολής 1.300 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του , τους γονείς του και τα αδέλφια του .
Μετά από δύο μόλις χρόνια ο Πιοτρ  μεταφέρθηκε στην  Αυτοκρατορικής Νομικής Σχολής για να ενταχτεί σε έναν επταετή κύκλων μαθημάτων . 
Το 1854 (25 Ιουνίου) η μητέρα του πέθανε από χολέρα όταν ο Τσαϊκόφσκι ήταν δεκατεσσάρων ετών. Ο θάνατος της  φαίνεται να στοίχησε πολύ στον ψυχικό ευαίσθητο κόσμο του αφού ποτέ δεν ξεπέρασε τον θάνατο της μητέρας του.

Η Φαννύ  Ντουρμπάχ  άργησε να ενημερωθεί για τον θάνατο της Αλεξάνδρας  και για αυτό ευθύνεται το σοκ του  Πιοτρ  όπως έχει αναφερθεί και ενημερώθηκε μετά από δύο χρονιά .       
Ο Τσαϊκόφσκι μετά τον θάνατο της μητέρας του  σύνθεσε το πρώτο του κομμάτι όπου ήταν Βαλς προς μνήμην της μητέρας του , συγγραφείς υποστηρίζουν  πως ο θάνατος της μητέρας του έπαιξε μεγάλο ρόλο στην σεξουαλική του ζωή του, επίσης  υποστηρίζουν πως στην σχολή όπου φοίτησε ο Πιοτρ   υπήρχαν μόνο αγόρια όπου φοιτούσαν , και έτσι αναπτύσσονταν οι σεξουαλική τους επαφή μεταξύ του , στην ηλικία δεκαπέντε ετών ο Πιοτρ  ανακάλυψε την έλξη του στο ίδιο φύλο , έτσι εναντιώθηκε στον εαυτό του όταν διαπίστωσε τη του συνέβη .
Στη σχολή όπου πήγαινε παρακολουθούσε θέατρο και όπερα με πολλούς φοιτητές του. Με τον Αλεξέι Ακπούτιν και τον Βλαντιμίρ Γκέραρντ, αναπτύχθηκαν έντονα φιλικά αισθήματα . Η  φιλία αυτή   διήρκησε  για το υπόλοιπο της ζωής του.   Ο Φράντζ  Μπέκερ ήταν κατασκευαστής πιάνων, επισκεπτόταν όμως τη σχολή και δίδασκε τους μαθητές αυτή ήταν μόνο η μουσική εκπαίδευση όπου υπήρχε στην σχολή και όπου διδάχτηκε ο Τσαϊκόφσκι .



Το 1855 ο  Ίλυα  πλήρωσε το μεγάλο δάσκαλο πιάνου τον  Ρούντολφ Κούντινγκερ  και η καταγωγή του ήταν η Νυρεμβέργη. Ο Ίλυα ρώτησε τον δάσκαλο για την μουσική καριέρα του Πιόρτ  και ο  Κούντινγκερ  του απάντησε ‘‘πως τίποτα δεν υποδείκνυε έναν μελλοντικό συνθέτη ή έστω έναν καλό ερμηνευτή’’.   




  Ενότητα 2

Μια παράσταση του  Μότσαρτ ‘‘εμφύτεψε’’ στο  μυαλό του Τσαϊκόφσκι να ξανά ξεκινήσει στα είκοσι τρία του να ασχολείται με την μουσική και για αυτό αποφασίζει να γραφτή σε ωδείο , γράφτηκε λοιπόν στο ωδείο της Αγίας Πετρούπολης ο δάσκαλος του ήταν ο Άντον Ρουμπινστάιν,  ύστερα αποφάσισε να μετακομίσει όπου το πραγματοποίησε και πήγε στην Μόσχα εκεί συνέχισε να πηγαίνει σε ωδείο εκεί διδάχτηκε θεωρητική μουσική ενώ παραιτείτε  από την δουλεία ως δημόσιος υπάλληλος.
Ουσιαστικά το έργο του συνθέτη ξεκίνησε όταν έγραψε το περίφημο Βαλς  για την απώλεια της μητέρας του.Ο Πιοτρ τελειώνει τις σπουδές του το 1866 και ήταν ολοφάνερο πως  ήταν επηρεασμένος από την Δυτική μουσική  ενώ ταυτόχρονα διδάσκει θεωρητική μουσική στο ωδείο.
Σε αυτήν την χρονική περίοδο ο συνθέτης  γνωρίζει την «ομάδα των Πέντε».
 Η φράση «Η Ομάδα των Πέντε» ή απλώς «Οι Πέντε» χρησιμοποιείται στην ιστορία της δυτικής μουσικής αναφορικά με τους παρακάτω πέντε Ρώσους συνθέτες, οι οποίοι έδρασαν στο πλαίσιο της εθνικής ρωσικής σχολής της μουσικής του 19ου αιώνα:
Μίλι Αλεξέγιεβιτς Μπαλακίρεφ  (1837-1910)
Σεζάρ Αντόνοβιτς Κιουί (1835-1918)
Αλεξάντερ Μποροντίν (1833-1887)
Μοντέστ Πετρόβιτς Μούσοργκσκι (1839-1881)
Νικολάι Αντρέγιεβιτς Ρίμσκι - Κόρσακοβ (1844-1908)
Η ονομασία της «Ομάδας των Πέντε» στα ρώσικα είναι “Могучая кучка”, που σημαίνει «Ισχυρή Χούφτα». Ο χαρακτηρισμός αυτός καθιερώθηκε από τον κριτικό Βλαντιμίρ Στάσοφ το 1867, μετά από μια συναυλία σε ένα πανσλαβικό συνέδριο στην Αγία Πετρούπολη, με σκοπό να περιγράψει τις κοινές δραστηριότητες των πέντε συνθετών για την καλλιέργεια και την προβολή στην Ευρώπη μιας ρωσικής μουσικής με εθνικό χαρακτήρα.
Οι «Πέντε» γνωρίστηκαν στην Αγία Πετρούπολη μέσω του Μπαλακίρεφ, σταδιακά από το 1856 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1860. Έδρασαν ως ομάδα κάτω από την καθοδήγηση του Μπαλακίρεφ και με σημαντικό υποστηρικτή τον κριτικό Βλαντιμίρ Στάσοφ. Ο Μπαλακίρεφ αποσύρθηκε από τα μουσικά δρώμενα στις αρχές της δεκαετίας του 1870, κάτι που οδήγησε σε μια σταδιακή χαλάρωση των δεσμών μεταξύ των πέντε συνθετών στα επόμενα χρόνια. Οι «Πέντε» δεν εκπροσωπούσαν κάποιο κίνημα στην ιστορία της μουσικής, ούτε ήταν όλοι συνθέτες στο κύριό τους επάγγελμα, αλλά ήταν στην πραγματικότητα μια μουσική «παρέα», με κοινό στόχο την ανάπτυξη μιας εθνικής ρωσικής μουσικής που θα ενσωμάτωνε το ρωσικό λαϊκό στοιχείο στην έντεχνη μουσική, διακρίνοντάς την από τη δυτική μουσική της Γερμανίας και της Γαλλίας, αλλά και από τη μουσική άλλων Ρώσων συνθετών, όπως οι αδερφοί Άντον και Νικολάι Ρουμπινστάιν και ο Τσαϊκόφσκι, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Στάσοφ, δεν είχαν εθνικό «χρώμα» στις συνθέσεις τους και εκπροσωπούσαν τους ωδειακούς θεσμούς της Ρωσίας, στα πρότυπα των γερμανικών ακαδημιών μουσικής.
Υπό αυτήν την έννοια, οι «Πέντε» αναφέρονται συχνά ως συνεχιστές του έργου του Μιχαήλ Γκλίνκα (1804-1857), ο οποίος θεωρείται ο «πατέρας» της ρωσικής εθνικής μουσικής σχολής, και του Αλεξάντερ Νταργκομίζσκι (1813-1869), ο οποίος συνεργάστηκε στο τέλος της ζωής του με την «Ομάδα των Πέντε». Κάποιοι από τους «Πέντε» ασχολήθηκαν επίσης με την καταγραφή και εναρμόνιση ρωσικών παραδοσιακών τραγουδιών.
 Ο Κόρσακοβ ασχολήθηκε επίσης με την καταγραφή του παλαιορωσικού μονοφωνικού εκκλησιαστικού μέλους («ζναμένι»), το οποίο καταγόταν από το βυζαντινό μέλος και καταγραφόταν με μια εξελιγμένη μορφή της βυζαντινής παρασημαντικής.
Στο πλαίσιο μιας γενικότερης προβληματικής των «εθνικών μουσικών σχολών» του Ρομαντισμού σχετικά με το τι κάνει μια μουσική «εθνική» ή «μη εθνική», οι μεταγενέστεροι Ρώσοι συνθέτες του 20ού αιώνα, όπως και πολλοί σύγχρονοι μουσικολόγοι, με γνωστότερο τον Richard Taruskin, έχουν επισημάνει ότι η μουσική των «Πέντε» ήταν κάποιες φορές περισσότερο «ιταλική» ή «γαλλική» παρά «ρωσική» (ενδεικτικό παράδειγμα αυτό του Κιουί) ή ακόμα ότι η μουσική του Τσαϊκόφσκι ήταν πολλές φορές περισσότερο «ρωσική» από αυτή των Πέντε, παρά τις σχετικές κατηγορίες εναντίον του Τσαϊκόφσκι, κυρίως από τον Στάσοβ και τον Μπαλακίρεφ.
Ο Στραβίνσκι, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Κόρσακοβ, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ο Τσαϊκόφσκι υπήρξε, αν όχι εθνικιστής και λαϊκιστής, όπως οι Πέντε, πάντως βαθύτατα εθνικός, πράγμα που φαίνεται και από το χαρακτήρα και τη διαμόρφωση των μουσικών του θεμάτων, και από τη ρυθμική φυσιογνωμία των έργων του». Η προσπάθεια των Πέντε για την ανάπτυξη μιας εθνικής ρωσικής έντεχνης μουσικής δεν περιορίστηκε πάντως στην ίδια τη μουσική μόνο, που ήταν ιδιαίτερα επιτυχής στην Ευρώπη ως «εξωτική», αλλά και στη θεματολογία των πολυάριθμων τραγουδιών που έγραψαν, μελοποιώντας ποίηση σημαντικών Ρώσων λογοτεχνών, όπως ο Πούσκιν, καθώς και στις πολυάριθμες όπερες που συνέθεσαν με θέματα από την ρωσική ιστορία (Ο Πρίγκηπας Ιγκόρ του Μποροντίν είναι από τις πιο γνωστές και πολυπαιγμένες όπερες).



Ως σημαντικότερα μέλη της Ομάδας των Πέντε αναγ
νωρίζονται σήμερα οι Μποροντίν, Μούσοργκσκι και Κόρσακοβ. Ο Μούσοργκσκι μάλιστα επηρέασε σημαντικά τον Ντεμπυσύ, καθώς στο έργο του Εικόνες από μια Έκθεση ανιχνεύονται οι αρχές του ιμπρεσιονισμού στη μουσική. Η ενορχηστρωτική τεχνική του Κόρσακοφ ήταν επίσης σημαντικό επίτευγμα για την εποχή, ενώ το σύγγραμά του Εγχειρίδιο Ενορχήστρωσης διδάσκεται ακόμα και σήμερα σε μουσικές Ακαδημίες και Πανεπιστήμια.

Το 1870, μετά από μια αποτυχημένη ερωτική ιστορία, σύνθεσε την ουβερτούρα "Ρωμαίος και Ιουλιέτα". Το 1875 σύνθεσε το "κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε Β ελάσσονα, Νο 1", που έγινε η δημοφιλέστερη σύνθεσή του για πιάνο.

Φημολογείται Το 1869 ερωτεύεται τον 'Εντουαρτ Ζακ, έναν 15χρονο μαθητή (σε όλη του τη ζωή οι εραστές του θα είναι νεαρής ηλικίας).
Tα αισθήματα του για τον Ζακ θεωρούνται η πηγή έμπνευσης για το ερωτικό θέμα του έργου "Ρωμαίος και Ιουλιέτα". Ο Ζακ ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής του και η αυτοκτονία του σε ηλικία 19 ετών τον συντρίβει. 14 χρόνια αργότερα γράφει στο ημερολόγιό του πόσο του λείπει, πόσο κλαίει ακόμα γι'αυτόν και πως δεν έχει αγαπήσει κανένα περισσότερο.
Κάποια στιγμή αναφέρει  στον μικρό του αδελφό:
 "δημιουργούν ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε μένα και τους υπόλοιπους ανθρώπους. Σφραγίζουν το χαρακτήρα μου με μία αίσθηση αποξένωσης, έναν τρόμο απέναντι στους άλλους, υπερβολική συστολή και καχυποψία... όλα αυτά με κάνουν ολοένα και πιο αντικοινωνικό".
Ο Πιοτρ απορροφάται στην τέχνη που αγαπά  και γίνεται εξαιρετικά παραγωγικός.
 Το 1876 έγραψε τη "Λίμνη των κύκνων", που αρχικά η κριτική και το κοινό την υποδέχτηκαν χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό. Αργότερα  η  λίμνη των κύκνων αγαπήθηκε πολύ από το κοινό και είναι μέχρι σήμερα πολύ γνωστό και αγαπημένο.



Το 1877 άρχισε να παίρνει οικονομική βοήθεια από μια πλούσια χήρα, τη Ναντιέζντα φον Μεκ, με την οποία συνδέετε  ερωτικά.
Πλέον ο Τσαικόφσκι δεν έχει θέμα τα οικονομικά και σταμάτησε να διδάσκει .Αφοσιώθηκε στη σύνθεση.
 Η 4η Συμφωνία του (1877) είναι αφιερωμένη σ' αυτήν, ενώ από την παρουσία της είναι εμπνευσμένα και άλλα έργα του αυτής της εποχής, όπως οι λυρικές του όπερες
"Ευγένιος Ονιέγκιν",
 "Ντάμα Πίκα",
"Ζαν ντ' Αρκ".
Ο συνθέτης όμως είχε καταθλιπτικές τάσεις από την καταπίεση που δεχόταν από τις απόψεις της τότε εποχής της ιδιαιτερότητας του έτσι αναγκάζεται να παντρευτεί.
Ο γάμος του με τη νεαρή Αντωνία Ιβάνοβνα Μιλιούκοβνα κράτησε μόνο τρεις μήνες.




 Η αποτυχία αυτή τον οδήγησε σε απόπειρα αυτοκτονίας και τη σύζυγό του σε άσυλο φρενοβλαβών. Μετά από αυτό αποσύρθηκε σ' ένα μικρό σπίτι στην εξοχή, όπου έζησε μόνος δουλεύοντας ακατάπαυστα.

Ενότητα 3
Το 1891 του κόπηκε η επιχορήγηση της φίλης του Ναντιέζντα και επισκέφτηκε τις ΗΠΑ, όπου έγινε δεκτός ως "βασιλιάς της μουσικής".
Η περιοδεία στην Αμερική εξαντλητική  και  επιστρέφει στην  πατρίδα του φοβερά κουρασμένος και θλιμμένος.
 Παρόλα αυτά η φήμη του Τσαικόφσκι είναι μεγάλη και ο Τσάρος του δίνει ισόβια τιμητική σύνταξη και τα έργα του  αναπαραγόντουσαν σε  όλα τα μεγάλα μέγαρα μουσικής.



Η θλίψη του Πιοτρ ίσως να οφειλόταν και στο κακό προαίσθημα  που είχε.
Αυτό αποτυπώνεται στην τελευταία του  και 6η συμφωνία του την ονομαζόμενη  «Παθητική».
Η τελευταία νότα αν κάποιος μπορεί να το πει  έτσι είναι ένα «μπαμ».
Η Παθητική  γνωρίζει στην πρώτη της εκτέλεση μεγάλη επιτυχία  τον  Οκτώβρη  στην Αγία Πετρούπολη.
15 μέρες όμως αργότερα ο Πιοτρ Τσαικόφσκι ,στις 6 Νοεμβρίου  το 1893 αφήνει την τελευταία του πνοή.
Κατά την επίσημη εκδοχή θανάτου του λέγεται ότι πέθανε από χολέρα.
Η Αλεξάντρα Ορλόβα  γνωστή Ρωσίδα μουσικολόγος  αναφέρει ότι ο Τσαικόφσκι  αυτοκτόνησε  από κατανάλωση μικρών ποσοτήτων αρσενικού.
Τον τρόπο φαίνεται να τον έχει επιλέξει ο ίδιος για να αποφύγει  τον εξευτελισμό και  τον κοινωνικό εξοστρακισμό  λόγω των φημών που υπήρχαν για τον ερωτικό του δεσμό με έναν 18χρονο ευγενή.
Η  ημέρα θανάτου του από τους θαυμαστές του  έχει χαρακτηριστεί ως την μέρα που πέθανε η μουσική.
Ο Τσαικόφσκι είχε αναγνωριστεί ως μεγάλος μουσικοσυνθέτης πριν τον θάνατο του  και  αυτό ισχύει μέχρι σήμερα.
Ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως  Ρώσος δημιουργός της Ρομαντικής περιόδου και ένας από τους πιο διάσημους συνθέτες όλων των εποχών.




Τέλος να ευχαριστήσω τον κατά κόσμο Αλέξανδρο Κ. για την πολύτιμη βοήθεια του

1 σχόλιο: